Κυριακή, 26 Μαΐου 2013

O βασιλιάς είναι γυμνός: Σημείωμα για το σύγχρονο ιμπεριαλισμό, το πρόγραμμα, το μέτωπο, την εξουσία.
 
του Χρίστου Τουλιάτου
μέλους της ΤΕ Ζωγράφου, μέλους του ΠΣΟ της ΑΝΤΑΡΣΥΑ
 

Το παρόν κείμενο γράφεται στο πλαίσιο του δημόσιου διαλόγου εν όψει της Β΄ Συνδιάσκεψης της ΑΝΤΑΡΣΥΑ λίγο αργοπορημένα σε σχέση με τη θέληση του γράφοντος λόγω εργασιακών και πολιτικών υποχρεώσεων. Αυτή η αργοπορία παρ’όλα αυτά με έφερε στην ευχάριστη θέση να έχω υπόψη μου γράφοντάς το τα υπόλοιπα κείμενα που έχουν έως τώρα κατατεθεί, αλλά και μεγάλο μέρος της συζήτησης που διεξάγεται στις τοπικές και κλαδικές επιτροπές πανελλαδικά. Και λέω «ευχάριστη» ακριβώς επειδή ο έως τώρα διάλογος και η συζήτηση αποδεικνύονται πιο ώριμοι από τη συζήτηση που διαφαινόταν ότι θα γίνει με βάση μία στατική εκτίμηση των τοποθετήσεων των οργανωμένων δυνάμεων και μόνο. Φαίνεται ότι επιβεβαιώνεται το βασικό επιχείρημα όλων των συντρόφων που υποστηρίζουμε από την Α’ Συνδιάσκεψη τη λογική της «ΑΝΤΑΡΣΥΑ των μελών» και μάλιστα όχι απλώς διακηρυκτικά, αλλά στην πράξη με τις αναγκαίες πρακτικές δικλείδες που αυτό απαιτεί. Ότι δηλαδή θα σπάσει τα στεγανά της διαμεσολαβημένης συζήτησης μόνο μέσω των οργανώσεων, θα ωθήσει την (οργανωμένη και ανένταχτη) βάση να εκφραστεί αυτοτελώς, θα δημιουργήσει πιο πλούσιο και συντροφικό διάλογο, θα επιταχύνει αναγκαίες συγκλίσεις και συνθέσεις. Θα είναι δηλαδή μία πραγματικά ανασυνθετική διαδικασία που θα συμβάλλει στο βάθεμα των πολιτικών και οργανωτικών κεκτημένων και την ουσιαστική ενιαιοποίηση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Στο πλαίσιο αυτό, θα επιχειρήσω να συμβάλλω σε κάποια κρίσιμα κατά τη γνώμη μου ζητήματα.

Ο σύγχρονος ιμπεριαλισμός και  η θέση της Ελλάδας

Το κείμενο των Θέσεων αποτελεί σημαντικό προχώρημα στο κομμάτι ανάλυσης της δομικής καπιταλιστικής κρίσης, της συγκυρίας και των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων διεθνώς και στην ΕΕ, και μάλιστα με συμπυκνωμένο και πιο εύληπτο τρόπο από το συνήθη βερμπαλισμό του χώρου μας. Παρ' όλα αυτά, είναι εμφανές ότι υπάρχει ένα όριο που δεν μπορεί να υπερβεί και λόγω των διαφορετικών αντιλήψεων εντός της ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Το κείμενο αδυνατεί εμφανώς να τοποθετηθεί για το χαρακτήρα του σημερινού ιμπεριαλισμού και επακολούθως και για τη θέση της Ελλάδας εντός του. Κατανοώ ότι δεν είναι ώριμο το μετωπικό σχήμα μας να έχει ενιαία έκφραση σε αυτό το ζήτημα τώρα, αλλά θεωρώ ότι αυτή η έλλειψη θα είναι ολοένα και πιο πιεστική και οφείλουμε κάπως να αναμετρηθούμε με το ερώτημα μίας κοινής τοποθέτησης. Και αυτό επειδή η συζήτηση αυτή είναι αναγκαία βάση για την κατάληξη σε αναγκαία πολιτικά προγραμματικά σημεία. Και ακριβώς για αυτό έχει ανοίξει ξανά με έντονο τρόπο στο σύνολο της αριστεράς (βλ. εσωτερικό διάλογο ΚΚΕ & ΣΥΡΙΖΑ). Η ίδια η συγκυρία των μνημονίων, της Τρόϊκας, της εμφανούς πλέον ανισομέρειας ισχύος μεταξύ ισχυρών αστικών τάξεων και της ελληνικής αστικής τάξης δημιουργεί ερωτήματα και κάμπτει τις παλιές βεβαιότητες συντρόφων για τον “ισχυρό ελληνικό καπιταλισμό”. Πέρα λοιπόν από τις ακραίες τοποθετήσεις αφενός περί ισχυρής και συγκρίσιμης με άλλες ευρωπαϊκές (ακόμα και σήμερα!) αστικής τάξης μας και αφετέρου περί πλήρους εξαρτημένης αστικής τάξης και χώρας από το διεθνή ιμπεριαλισμό, οφείλουμε να αναζητήσουμε μία σύγχρονη πιο διαλεκτική ανάλυση.
Ισχυρίζομαι ότι το σχήμα της ετεροβαρούς αλληλεξάρτησης αποτυπώνει πιο διαλεκτικά την πραγματικότητα και της σχετικής καπιταλιστικής ανάπτυξης της Ελλάδος που παραμένει μία χώρα ενδιάμεσου καπιταλιστικού επιπέδου ανάπτυξης, αλλά και την υπαρκτή υποβάθμιση του ελληνικού καπιταλισμού στη συγκυρία της κρίσης και την σαφή ανισομέρεια ισχύος στην ιμπεριαλιστική αλυσίδα. Δεν υπερτιμά ούτε υποτιμά τον ελληνικό καπιταλισμό και φυσικά απαιτείται περαιτέρω μελέτη σε αυτό το ζήτημα που δυστυχώς απουσιάζει αρκετά από το διάλογο και τις έρευνες του ελληνικού μαρξισμού, που παραμένει δέσμιος των παραπάνω ακραίων σχημάτων (π.χ. ο Γ.Μηλιός και η παλιότερη εκδοχή του ολοκληρωτικού καπιταλισμού υπερτιμούν την ελληνική καπιταλιστική ανάπτυξη, η μειοψηφία του ΚΚΕ, το μ-λ ρεύμα και εν μέρει και το Αριστερό Ρεύμα την υποτιμούν).
Τα παραπάνω δεν αναφέρονται ως θεωρητική αναζήτηση, αλλά ως αναγκαία πολιτική βάση για κρίσιμα πολιτικά ερωτήματα. Ενδεικτικά παραθέτω:
- Ορθά λέμε στις Θέσεις ότι το μέγεθος του πλασματικού κεφαλαίου είναι δεκαπλάσιας τάξης μεγέθους από το πραγματικό παραγόμενο ΑΕΠ παγκόσμια. Πώς λοιπόν θα εκκαθαριστεί εντός της κρίσης τέτοιο μέγεθος υπερσυσσωρευμένου κεφαλαίου; Με απλές χρεοκοπίες επιχειρήσεων, κρατών, δανειολήπτών και “αναδιαρθρώσεις” χρέων; Ορθά λέμε σε δύο σημεία εντός άλλων θέσεων ότι το ενδεχόμενο πολεμικών συγκρούσεων είναι υπαρκτό. Πιστεύω ότι σε μεσοπρόθεσμο χρόνο (που δεν μπορούμε να προσδιορίσουμε) το ενδεχόμενο αναβαθμισμένων περιφερειακών πολεμικών συγκρούσεων, αλλά και πιο γενικευμένης σύρραξης δεν είναι καθόλου αμελητέο δεδομένου ότι εντός της κρίσης κάποιες δυνάμεις αναβαθμίζονται σχετικά οικονομικά (BRICS), αλλά και στρατιωτικά (Κίνα, Ρωσία). Και διάφορες εμπορικές και νομισματικές συμφωνίες μεταξύ τέτοιων χωρών (π.χ. Κίνα-Ινδία) δεν είναι τυχαίες. Όπως διόλου τυχαία το βάρος του γεωστρατηγικού σχεδιασμού των ΗΠΑ μετατοπίστηκε επίσημα από τον Ατλαντικό στον Ειρηνικό Ωκεανό. Συνεπώς, θα αναλογούσε μία ολόκληρη θέση που να εκτιμά αυτό το ενδεχόμενο με τη σοβαρότητα που του αντιστοιχεί. Όπως , επίσης, και μία τοποθέτηση για τη στάση των επαναστατών στα διάφορα ενδεχόμενα πολέμων που μπορούν να προκύψουν (δίκαιοι και άδικοι πόλεμοι κατά τη λενινιστική ανάλυση πέρα από δογματικά σχήματα σοσιαλσωβινισμού και ντεφετισμού κλπ.).
- Ποιά είναι η θέση της Ελλάδας στην ιμπεριαλιστική αλυσίδα; Με βάση τα παραπάνω θεωρώ ότι είναι μία χώρα ενδιάμεσης καπιταλιστικής ανάπτυξης σε τροχιά υποβάθμισης εντός της κρίσης.
- Υπάρχει σχετική αυτοτέλεια αντιμπεριαλιστικών στόχων όπως η υπεράσπιση της εθνικής και λαϊκής κυριαρχίας, αλλά και το ζήτημα της δημοκρατίας; Σε μία συγκυρία, μάλιστα, που αυτά πλήττονται βάναυσα από την ελληνική αστική τάξη υπό την πίεση και των ξένων ισχυρότερων ιμπεριαλιστικών αστικών τάξεων που λειτουργούν αφενός ως μοχλός πειθάρχησης για την αναδιάρθρωση συνολικά του ελληνικού καπιταλισμού και ειδικότερα της ελληνικής εργατικής τάξης αφετέρου και για τα ιδιοτελή συμφέροντά τους (που έκαναν μέχρι και έλληνες τραπεζίτες-μεγαλοεκδότες όψιμα και δειλά “αντιμνημονιακούς” όταν αντιλήφθηκαν ότι μπορεί να τους πάρουν τις τράπεζές τους γαλλογερμανικά κεφάλαια). Η πολιτική οικονομία του χρέους έχει μία εξωτερική ομοιότητα στο επίπεδο της μεμονωμένης επιχείρησης και στο επίπεδο ενός ολόκληρου κράτους. Ο τραπεζίτης (μεμονωμένος ή ισχυρότερο κράτος ή ένωση κρατών) λειτουργεί ως “εξωτερικός εργοδηγός” της διαδικασίας παραγωγής πιέζοντας εξωτερικά για την αναδιάρθρωση και επιτάχυνση της διαδικασίας συσσώρευσης (για να είναι δηλαδή το Χ' επαρκές από άποψη ποσοστού κέρδους στη γνωστή αλυσίδα Χ-Ε-Χ').
- Η ανάγκη έκφρασης και τέτοιων αιτημάτων ήταν έκδηλη στην περίοδο π.χ. του κινήματος των πλατειών όπου αποδεσμευόταν μαζικά κόσμος του δικομματισμού. Για πόσο ακόμα θα είμαστε δέσμιοι “διεθνιστικών”-κοσμοπολίτικων θεωρήσεων (που ενδημούν από την αναρχία έως το ΣΥΡΙΖΑ και το ΚΚΕ πλέον) που πιστεύουν ότι αυτά είναι απλά δείγμα “μικροαστισμού” και “εθνικισμός”; Έτσι, το μόνο που θα καταφέρνουμε είναι να γίνεται αυτό αυτοεκπληρούμενη προφητεία. Δεν θα μιλάμε για αυτά, θα εκχωρείται χώρος σε πατριδοκάπηλες φωνές και τελικά το σχήμα αυτό θα (θεωρεί ότι) επιβεβαιώνεται κυκλικά...
- Ποιές είναι οι κοινωνικές συμμαχίες που απαιτούνται για τη σύγχρονη αντιμπεριαλιστική και αντικαπιταλιστική πάλη; Υπάρχει “εθνική αστική τάξη” που μπορεί να αντιταχθεί στον ξένο ιμπεριαλισμό; Επειδή θεωρώ ότι δεν υπάρχει τέτοια μερίδα αστικής τάξης (κάτι στο οποίο θα επανέλθω παρακάτω) είναι σαφές ότι η σύγχρονη αντιμπεριαλιστική και εν δυνάμει αντικαπιταλιστική κοινωνική συμμαχία είναι η συμμαχία της εργατικής τάξης (βιομηχανικής, υπηρεσιών, νεότερων επισφαλώς εργαζόμενων, μετανάστες), των ολοένα πιεζόμενων προς μισθωτοποίηση ή/και προλεταριοποίηση κλασικών και νέων μικροαστικών στρωμάτων, των εργατών γης και των μικροκαλλιεργητών, της νεολαίας και της ριζοσπαστικής διανόησης. Επειδή η κοινωνική πραγματικότητα είναι πολύ πιο σύνθετη από απλοϊκά σχήματα που αναφέρονται μόνο στο κεφάλαιο και την εργασία, απαιτείται αφενός μία σύγχρονη απόπειρα συγκεκριμένης ανάλυσης των τάξεων του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού αφετέρου το να ξεφύγουμε από απλοϊκά σχήματα ότι “αφού η κρίση είναι καπιταλιστική, τότε η απάντηση δεν μπορεί παρά να είναι καθαρά αντικαπιταλιστική”.
- Ποιό είναι, λοιπόν, το σύγχρονο αντιμπεριαλιστικό και (εν δυνάμει) αντικαπιταλιστικό μεταβατικό πρόγραμμα που απαιτείται για τη συγκέντρωση των κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων της επιδιωκόμενης κοινωνικής συμμαχίας; Που να ανταποκρίνεται στην ανάγκη της εποχής και της συγκυρίας, αλλά και στο σημερινό επίπεδο συνείδησης των μαζών και τον υπαρκτό συσχετισμό δύναμης;
Για το αναγκαίο μεταβατικό πρόγραμμα
Με βάση τα παραπάνω, εκτιμώ ότι ορθά έχουμε οριοθετήσει το σύνολο των σημείων που περιγράφουμε για το χρέος, το ευρώ και την ΕΕ, τις εθνικοποιήσεις, την αναδιανομή και τον εργατικό έλεγχο ως το αναγκαίο περιεχόμενο που συμπυκνώνει μία σύγχρονη αντιμπεριαλιστική και εν δυνάμει αντικαπιταλιστική στρατηγική. Το χρέος (σε παγκόσμιο επίπεδο) και η φυλακή της ΟΝΕ και της ΕΕ (για τις πιο αδύναμες χώρες-μέλη) λειτουργούν ως μοχλοί ιμπεριαλιστικής επιβολής σήμερα στους επι μέρους καπιταλιστικούς κοινωνικούς σχηματισμούς. Γενικότερα, οι θεσμοί και η διαδικασία της διεθνοποίησης του κεφαλαίου, μετά και την πτώση του “υπαρκτού σοσιαλισμού”, δημιουργούν ένα ασφυκτικό πλαίσιο πειθάρχησης για τις πιο αδύναμες καπιταλιστικά χώρες και για όλες τις εργατικές και λαϊκές τάξεις (σε ισχυρές και πιο αδύναμες καπιταλιστικά χώρες). Για αυτό δεν υφίσταται σύγκρουση με το σύγχρονο ιμπεριαλισμό χωρίς σύγκρουση με το βραχνά του χρέους, του ευρώ και της ΕΕ. Για αυτό είναι αναγκαία τα αιτήματα-κρίκοι για διαγραφή του χρέους και έξοδο από ευρώ και ΕΕ.
Για να γίνει η σύγκρουση αυτή υπό εργατική ηγεμονία, υπό τη σημαία της εργατικής τάξης και των συμμάχων της, πρέπει να συνοδεύεται από αιτήματα-κρίκους που συμπυκνώνουν μία διαδικασία σύγκρουσης και αλλαγής του κοινωνικού συσχετισμού προς όφελος της κοινωνικής συμμαχίας μας. Και για αυτό είναι αναγκαία τα αιτήματα εθνικοποίησης τραπεζών και μεγάλων επιχειρήσεων, της ριζικής αναδιανομής εισοδήματος (με εξειδίκευση για μισθούς-εργασιακές σχέσεις, αντιμετώπιση της ανεργίας, και τον κοινωνικό μισθό ευρύτερα σε ασφάλιση, υγεία, εκπαίδευση κλπ.). Για αυτό είναι αναγκαίο το σύνθημα και η διαδικασία του εργατικού και λαϊκού ελέγχου στην παραγωγή και την κοινωνία, για μία πραγματική δημοκρατία στην εποχή του αντιδημοκρατικού αυταρχισμού που ζούμε.  
Και φυσικά ορθά εκτιμούμε ως ΑΝΤΑΡΣΥΑ ότι για να σπάσει ο φόβος, για να διεκδικηθεί το πρόγραμμα και η εργατική ηγεμονία απαιτείται ισχυρή οργάνωση του λαού με τη δημιουργία των δικών του δομών και αντιθεσμών στα επι μέρους κινήματα και συνολικά (εργατικό, τοπικά, νεολαία).
Επειδή αυτά είναι πλέον, νομίζω, κοινός τόπος σε όλη την ΑΝΤΑΡΣΥΑ και σε ευρύτερο κοινωνικό και πολιτικό δυναμικό, ορθά οριοθετείται ο χαρακτήρας του μεταβατικού προγράμματος ως πρόγραμμα για τη μετάβαση προς την επαναστατική στιγμή, ως πρόγραμμα συγκέντρωσης δυνάμεων που γεφυρώνει τη σημερινό επίπεδο συνείδησης με την αναγκαία σοσιαλιστική προοπτική (θέση 43). Ξεκαθαρίζεται έτσι το ζήτημα του αν αναφέρεται στη μετάβαση προς την επανάσταση ή στη σοσιαλιστική μετάβαση μετά την επανάσταση όπως λανθασμένα έχουν υποστηρίξει σύντροφοι παλιότερα. Ορθά επίσης οριοθετείται ο χαρακτήρας του μεταβατικού προγράμματος ως αντιμπεριαλιστικός, αντικαπιταλιστικός με βάση την εκτίμησή μας για το βάθος της κρίσης και την αδυναμία του καπιταλισμού να το ενσωματώσει και δημοκρατικός.
Πρέπει επίσης να ξεκαθαριστούν δύο ακόμα σημεία για το πρόγραμμα.  Για να είναι το πρόγραμμα πλατιά πειστικό απαιτείται και δουλειά εμβάθυνσης, εξειδίκευσης (ανά τομέα, κλάδο κλπ.) και τεκμηρίωσής του. Και δεν εννοώ μία στείρα “τεχνοκρατική” δουλειά ειδικών, αλλά μία διαδικασία εμπλοκής με αυτό το καθήκον ενός πλατύτερου κοινωνικού και πολιτικού δυναμικού που ενεργοποιείται στους αντίστοιχους τομείς συνδικαλιστικά, κοινωνικά, πολιτικά και θεωρητικά.  Είναι, επίσης, καιρός να ξεφύγουμε από μία άγονη αντιπαράθεση από συντρόφους που λανθασμένα υποστηρίζουν ότι μέρος της ΑΝΤΑΡΣΥΑ επιδιώκει τον “τεμαχισμό” του προγράμματος ή επικεντρώνει “μονοθεματικά” σε κάποιο ή κάποια σημεία μόνο (π.χ. έξοδος απο ευρώ). Η πραγματική συζήτηση που γίνεται είναι αν θα παραμείνουμε στάσιμοι στα 4-5 σημεία (όπως είμαστε εδώ και δύο χρόνια!) ή θα τα εμπλουτίσουμε προγραμματικά και θα τα εκλαϊκεύσουμε επιτέλους. Η πραγματική συζήτηση είναι αν θα απευθυνθούμε μετωπικά στη βάση αυτών. Ας ξεπεράσουμε επιτέλους το συντηρητισμό, τον συντηρητισμό που είχαν οι ίδιες σχεδόν δυνάμεις και σύντροφοι που τώρα μιλούν για τεμαχισμό όταν αντιμετώπιζαν δογματικά ως “ρεφορμιστικά” και “ενσωματώσιμα”  τα σημερινά προγραμματικά σημεία όταν εκπονήθηκαν αρχικά από την Πρωτοβουλία Οικονομολόγων και άλλες πρωτοβουλίες.
Ανακύπτει, επισης, συχνά το ερώτημα αν υπάρχουν μερίδες της αστικής τάξης που μπορεί να επιδιώξουν την έξοδο από το ευρώ και την ΕΕ. Το ΚΚΕ ασκεί στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ και το ΜΑΑ αυτή την κριτική, αλλά εσχάτως και εντός ΑΝΤΑΡΣΥΑ επανήλθε ως ερώτημα (ειδικά για το ευρώ στο άρθρο του σ.Κοντομάρη στο διάλογο). Πρώτον, όποιος το πιστεύει αυτό πρέπει να διατυπώσει ανοιχτά μία εκτίμηση για το ποιές είναι αυτές. Ο σ.Κοντομάρης παρά τον προκλητικό τίτλο του άρθρου του δεν το τόλμησε. Το ΚΚΕ λέει για το εφοπλιστικό κεφάλαιο. Σκεφτείτε τα πρώτα 2-3 ονόματα ελλήνων μεγαλοεφοπλιστών που γνωρίζετε. Όλως τυχαίως είναι και τραπεζίτες, αφού στην εποχή του ιμπεριαλισμού υπάρχει η σύμφυση βιομηχανικού και τραπεζικού κεφαλαίου. Τέτοια επιχειρήματα, λοιπόν, για το “στενό” συμφέρον των εφοπλιστών καταντούν αστεία. Πέραν όμως του λάθους ακόμα και στο στενό όριο της οικονομίστικης ανάλυσης που υποτιμά τις κλαδικές διασυνδέσεις του κεφαλαίου, υπάρχει και η πολιτική και το συλλογικό κεφαλαιοκρατικό συμφέρον. Είναι δυνατόν η ελληνική αστική τάξη που έχει ως σύγχρονη Μεγάλη Ιδέα, εδώ και πέντε δεκαετίες τουλάχιστον, το ευρωπαϊκό όραμα να το απεμπολήσει έτσι απλά; Η τελευταία χρεοκοπία Μεγάλης Ιδέας (και όχι απεμπόλησης με τη θέλησή τους) των ελλήνων αστών το 1922 έφερε αλλαγή κοινωνικού υποδείγματος. Είναι άλλο ζήτημα αν υπό την πίεση των εξελίξεων αναγκαστούν να κινηθούν σε τέτοια κατεύθυνση. Σε τέτοια περίπτωση, η έξοδος από ευρώ ή/και ΕΕ θα είναι ένα νέο 1922 για την ελληνική αστική τάξη και για αυτό η αστική έκφρασή του, αν υπάρξει, θα είναι πάρα πολύ επικίνδυνη και σε αντίθεση με όλο το αστικό πολιτικό σύστημα της μεταπολίτευσης. Συμφωνώ να έχουμε αυτό το ενδεχόμενο υπόψη. Δεν συμφωνώ, όμως, να κάνουμε συνδικαλιστικό επιχείρημα μεταξύ μας τον Κατσανέβα που ήταν πάντα πολιτικά ανύπαρκτος. Ούτε αυτά σημαίνουν ότι δεν μπορεί να είναι σημείο του μεταβατικού προγράμματός μας, και μάλιστα κεντρικό, και όχι αποκλειστικά υπό συνθήκες “λαϊκής εξουσίας” όπως λέει το ΚΚΕ. Η Ελλάδα δεν είναι ιμπεριαλιστική χώρα με ισχυρή παραγωγική βάση και πολιτική και οικονομική επιφάνεια όπως η Ιταλία ή η Βρετανία για να συγκρίνεται με αυτές στο ζήτημα των επιλογών της αστικής τάξης της. Δεν είναι ούτε καν Κύπρος όπου το ζήτημα του νομίσματος είναι εντελώς απενοχοποιημένο εντός της αστικής τάξης  και για αυτό δεν αποτελεί ταμπού και στο δημόσιο διάλογο όπως στη χώρα μας.   
Για το αναγκαίο κοινωνικό και πολιτικό μέτωπο και το ζήτημα της εξουσίας.
Ένα από τα βασικά σημεία που έχει επικεντρωθεί η συζήτηση σε όλα τα επίπεδα της ΑΝΤΑΡΣΥΑ (από την ΚΣΕ έως τις συνελεύσεις) είναι το ζήτημα του μετώπου και της εξουσίας. Ποιός και πώς θα υλοποιήσει το μεταβατικό πρόγραμμα που προτείνουμε; Είναι καιρός να ολοκληρώσουμε την αντίληψή μας σε αυτά τα ζητήματα. Για την ακρίβεια έχουμε αργήσει και υπήρξαμε ανώριμοι πολιτικά, παρόλο που είμαστε ο πρώτος πολιτικός χώρος που υιοθέτησε και προπαγάνδισε το μεταβατικό πρόγραμμα κερδίζοντας κοινωνικό και πολιτικό δυναμικό και παράγοντας πιέσεις στους άλλους πολιτικούς χώρους της Αριστεράς. Όσοι σύντροφοι θέσαμε (και μειοψηφήσαμε) το ζήτημα ενός αγωνιστικού κοινωνικού μετώπου και ενός αριστερού ριζοσπαστικού πολιτικού μετώπου στη βάση των αναγκαίων προγραμματικών σημείων ως ανάγκη των καιρών στην Α' Συνδιάσκεψη δεχτήκαμε πολιτική κριτική ότι μιλάμε για “παναριστερά” στο πολιτικό επίπεδο. Κάτι τέτοιο π.χ. ισχυρίζεται ακόμα στο πρόσφατο άρθρο του ο σ.Καμπαγιάννης θεωρώντας τις τωρινές προτάσεις μας (αναφερόμενος στο κείμενο της Πρότασης για τη συμπόρευση δυνάμεων και αγωνιστών σε ένα άλλο δρόμο διεξόδου από την κρίση) μετατοπισμένες πιο αριστερά. Καλό θα ήταν οι κριτικές να είναι λιγότερο σχηματικές και να τεκμηριώνεται αν ισχύει κάτι τέτοιο. Η ΑΡΑΝ από την 5η συνδιάσκεψή της [1] το Μάη του 2010 έχει περιγράψει ακριβώς τι εννοεί λέγοντας “αριστερό ριζοσπαστικό μέτωπο” και τη σχέση του με την ΑΝΤΑΡΣΥΑ και οι λαθροχειρίες είναι καιρός να σταματήσουν. Καλό είναι να ακούμε τι λέει ο συνομιλητής μας και να μην απαντάμε σε κάτι φαντασιακό που έχουμε προαποφασίσει εμείς για αυτόν ότι λέει. Αν, λοιπόν, εμείς επιμένουμε λέγοντας το ίδιο και οι σύντροφοι που είχαν αντιρρήσεις είναι εν μέρει πιο θετικοί τώρα, τότε αυτό απλά σημαίνει ότι άλλαξαν τα μάτια με τα οποία διαβάζουν τι λέμε και όχι αυτό που λέμε. Αν δεν ζούσαμε στη χειρότερη κοινωνική και πολιτική κρίση από το '29 θα μπορούσα να πω “ποτέ δεν είναι αργά”, αλλά δυστυχώς έχει χαθεί κρίσιμος πολιτικός χρόνος....
Είναι κοινός τόπος πλέον σε όλη την ΑΝΤΑΡΣΥΑ ότι απαιτείται ένα πλατύ αγωνιστικό μέτωπο ρήξης και ανατροπής. Είναι αλήθεια ότι αυτή η διατύπωση προέκυψε από την πίεση της πολιτικής άποψης για μετωπική πολιτική στην Α' Συνδιάσκεψη, ενώ δεν υπήρχε αρχικά στις Θέσεις τότε. Παρέμεινε στην πράξη μία πρόταση κοινής δράσης στο κίνημα και ευνουχίστηκε η πολιτική του διάσταση με ευθύνη της πλειοψηφίας των (οργανωμένων) δυνάμεων της ΚΣΕ. Είναι αναγκαία λοιπόν η οργάνωση του λαού στις δικές του δομές, ο συντονισμός των δομών ανά κίνημα και τόπο και ο “συντονισμός των συντονισμών” που θα αποτελεί τον κορμό ενός αγωνιστικού κοινωνικού μετώπου.  Είναι αναγκαίο και το άνοιγμα της ειδικής συζήτησης  για το τι σημαίνει πρακτικά οργάνωση του λαού και δομές δυαδικής εξουσίας στο σύνολο της ΑΝΤΑΡΣΥΑ ώστε να ενιαιοποιήσουμε την αντίληψή και τη δράση μας. Είναι αναγκαία και η κλαδική και περιφερειακή συγκρότηση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ που είναι αρκετά ενεργή κινηματικά (βλ. εργατικό, τοπικό και αντιφασιστικό κίνημα), αλλά οι δυνάμεις της παραμένουν συχνά ασυντόνιστες.
Αρκεί όμως η κοινή δράση στο κοινωνικό κίνημα ή είναι εφικτές και απαιτούνται και μετωπικές πολιτικές συγκλίσεις στη βάση του αναγκαίου μεταβατικού προγράμματος; Ο στόχος του αριστερού ριζοσπαστικού πολιτικού μετώπου, ενός μετώπου στη βάση του μεταβατικού προγράμματος, προέκυψε αφενός από την ανάγκη “η πολιτική και η στρατηγική να μπει στο τιμόνι” και αφετέρου από την εκτίμηση ότι θα προκύψουν και ευρύτερες πολιτικές δυνάμεις απο το κίνημα και την υπάρχουσα αριστερά που συζητούν και συγκλίνουν πολιτικά σε αυτή την κατεύθυνση. Οι μετωπικές συγκλίσεις είναι αναγκαίες τόσο από τα κάτω (στο κίνημα) όσο και από τα πάνω (με πολιτικές πρωτοβουλίες).  Είναι αναγκαίο ένα κεντρικό πολιτικό μέτωπο που θα λειτουργήσει ως πολιτικό νεύρο του κοινωνικού κινήματος. Και, υπό αυτό το πρίσμα, είναι μικρό, αλλά άτολμο ακόμα, προχώρημα η στόχευση για μετωπική συμπόρευση των δυνάμεων που συγκλίνουν γύρω από το αντικαπιταλιστικό μεταβατικό πρόγραμμα. Ορθά, πολλοί σύντροφοι απαιτούν μεγαλύτερους όρους πολιτικής δέσμευσης (π.χ. οι διατυπώσεις περί “αριστερής μετωπικής συμμαχίας” των σ.Αλεξίου και Γάτσιου και “μετωπικής συσπείρωσης” που προτείνονται) και συγκεκριμένη αποσαφήνιση του βηματισμού με τον οποίο θα ξεδιπλωθεί άμεσα αυτή η πολιτική πρόταση χωρίς άλλες καθυστερήσεις και παλινωδίες.
Μπορεί, τέλος, μόνο το κοινωνικό κίνημα να υλοποιήσει το πρόγραμμα όπως συχνά λέγεται με ευκολία για να αποφύγουμε το ερώτημα της πολιτικής εξουσίας; Ορθά εκτιμούμε τις κοινωνικές προϋποθέσεις (οργάνωση λαού, δομές-αντιθεσμοί) για την εξουσία και την κυβέρνηση, ορθά εκτιμούμε ότι η κυβερνητική εξουσία αποτελεί υποσύνολο της συνολικής πολιτικής εξουσίας. Παραμένουμε όμως στη μέση του δρόμου αν δεν εξετάσουμε και το ενδεχόμενο σε συνθήκες κοινωνικής και πολιτικής πόλωσης να κερδίσει εκλογικά και να διεκδικήσει και την κυβερνητική εξουσία ένα συγκροτημένο και ριζωμένο κοινωνικό και πολιτικό μέτωπο με πρόταγμα το μεταβατικό πρόγραμμα. Και αυτό μπορεί να λειτουργήσει ως στιγμή ρήξης και σύγκρουσης με το διεθνή ιμπεριαλισμό και την εγχώρια αστική τάξη που προφανώς δεν θα κάτσουν με τα χέρια σταυρωμένα. Ας ξεφύγουμε από την απλοϊκή αντίληψη ότι θα υπάρξει απλά μία εξεγερσιακή στιγμή (ή μία σύντομη ακουλουθία τέτοιων) που θα τεθεί το ζήτημα της εξουσίας και κάπως τότε η επαναστατική πρωτοπορία θα ρίξει τα ορθά συνθήματα και θα πάρει την εξουσία. Ο Μπλανκί, αν και έντιμος αγωνιστής και επαναστάτης, πέθανε πολιτικά μαζί με την ήττα της Κομμούνας. Ας ξεφύγουμε απο τον απολίτικο κινηματισμό και την υποβάθμιση των συμμαχιών και της εξουσίας. Ο Μπορντίγκα, εξίσου έντιμος, αν και νεκρός πολιτικά για δεκαετίες νεκρανασταίνεται από το σημερινό ΚΚΕ, ας μην του δώσουμε πνοή ζωής πάλι και εμείς. Ας αναμετρηθούμε γόνιμα πλέον με την πληγή του '89 που δεν πρέπει να μας αποτρέπει εσαεί από το να εξετάσουμε από επαναστατική σκοπιά και το ζήτημα της κυβερνητικής εξουσίας. Η κυβέρνηση είναι πράγματι πολιτικά φορτισμένη λέξη, αυτό σημαίνει ότι δεν πρέπει καν να την πούμε ή ότι πρέπει να επιχειρήσουμε να την επανανοηματοδοτήσουμε ριζοσπαστικά; Ο λαός έχει κοινοβουλετικές αυταπάτες, αυτό σημαίνει ότι θα τις “υπερβούμε” με επαναστατική φρασεολογία (αναπαράγοντάς τις εφόσον θα εκχωρούμε χώρο σε λογικές ρεφορμιστικής αριστερής κυβέρνησης και ακόμα χειρότερα “κυβέρνησης εθνικής σωτηρίας”) ή ότι θα αναμετρηθούμε με το ερώτημα του μετασχηματισμού του σημερινού επιπέδου συνείδησης των εργατικών και λαϊκών μαζών; Αυτό δεν επιχείρησε ρητά , άλλωστε, να κάνει και το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα της δεκαετίας του '20 με το σύνθημα της “εργατικής κυβέρνησης” στο έδαφος της ήττας της επανάστασης στην Ευρώπη και ενώ τον Οκτώβρη του '17 ορθά διέλυσε τη Συντακτική Συνέλευση με τη δύναμη των σοβιέτ και του ένοπλου λαού; 
Ο βασιλιάς είναι γυμνός!
Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ είναι ένα πρωτότυπο υβριδικό πολιτικό μόρφωμα με στοιχεία αντικαπιταλιστικού μετώπου, αλλά και σχετικά αναβαθμισμένη πολιτική συμφωνία που σε σημεία θα μπορούσε να αναλογεί και σε ένα ενιαίο πολυτασικό κόμμα. Αυτός ο υβριδικός χαρακτήρας την κάνει δυσκίνητη στο να αντιμετωπίσει τόσο το ερώτημα ενός ευρύτερου μετώπου όσο και το ερώτημα του σύγχρονου επαναστατικού κόμματος. Ας επιδιώξουμε δημιουργικά να αναμετρηθούμε με αυτή την αντίφαση χωρίς άλλες αναστολές. Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, διατηρώντας την αυτοτέλειά της, ας επιδιώξει τολμηρά τη δημιουργία ενός ευρύτερου κοινωνικού και πολιτικού μετώπου που θα αναμετρηθεί και με το ερώτημα της εξουσίας. Και οι δυνάμεις εντός της που αντιλαμβάνονται την ανάγκη για ένα σύγχρονο, μαζικό, λαϊκό κομμουνιστικό κόμμα ας το επιδιώξουν τολμηρά με τις αναγκαίες υπερβάσεις και χωρίς να διακυβεύσουν την αυτοτέλεια της ΑΝΤΑΡΣΥΑ.
Ο βασιλιάς είναι γυμνός όμως! Εδώ και δύο χρόνια ο Παγκάλος και άλλα αστικά ρετάλια αναφέρονται σε “αυτούς που λένε ότι πρέπει να φύγουμε από το ευρώ και την ΕΕ” όταν ακόμα κανένας δεν το έλεγε στο δημόσιο πολιτικό λόγο εκτός από τη δική μας αριστερά. Και με αυτό τον πολιτικό εκβιασμό κέρδισαν τις εκλογές του Ιούνη. Εδώ και δύο χρόνια βλέπουν ότι υπάρχει πολιτικός χώρος και δυνατότητα να συγκροτηθεί ένας επικίνδυνος πολιτικά για τα συμφέροντά τους φορέας  στη βάση και αυτού του προτάγματος. Εδώ και τουλάχιστον ενάμιση χρόνο το ΚΚΕ εκτιμά από τις στήλες του Ριζοσπάστη και της ΚΟΜΕΠ ότι θα συγκροτηθεί τέτοιος χώρος (και απο δυνάμεις που θα φύγουν από το ίδιο όπως έγραψε στις Θέσεις του 19ου συνεδρίου!) και του ασκεί σκληρή πολιτική κριτική ως οπορτουνιστικό. Εδώ και δύο χρόνια πολλοί στο κίνημα και την αριστερά το ψιθυρίζουν και τέτοιες δυνάμεις συνεργάζονται κινηματικά. Ε, αν υπάρχει ένας πολιτικός χώρος που του αναλογεί να πάρει την πρωτοβουλία για την υλοποίηση αυτής της δυνατότητας είναι η ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Ήρθε, λοιπόν, η ώρα να τελειώσουν οι ψίθυροι και κάποιος να το φωνάξει δημόσια όπως στο παραμύθι του Χανς Κρίστιαν Άντερσεν: Ο βασιλιάς είναι γυμνός! 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου